23.7.18

Αντίληψη


“Υπάρχουν πράγματα γνωστά και υπάρχουν πράγματα άγνωστα, και μεταξύ αυτών είναι οι πόρτες της αντίληψης”, είχε γράψει το 1954 ο Άγγλος φιλόσοφος και συγγραφέας Aldous Huxley, στο βιβλίο του “The Doors of Perception”, θέλοντας ουσιαστικά να αναδείξει τη σημασία της αντίληψης στον καθορισμό και τη διάκριση του πραγματικού από το φανταστικό, του αληθούς από το ψευδές, του αντικειμενικού από το υποκειμενικό, του γνωστού από το άγνωστο. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς του θέματος, η αντίληψη, είναι η ικανότητα να βλέπουμε, να ακούμε ή να αντιλαμβανόμαστε κάτι μέσω των αισθήσεων μας και στη συνέχεια να το ερμηνεύουμε χρησιμοποιώντας τη λογική, το συναίσθημα ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, παράγοντας τελικά μια νοητική εντύπωση.

Από τη σκοπιά της γραφιστικής και της οπτικής επικοινωνίας, η έννοια της αντίληψης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αντικείμενα μελέτης και ενδιαφέροντος. Το ουσιαστικότερο ίσως βήμα προς την κατεύθυνση της συνειδητοποίησης του μηχανισμού της ανθρώπινης αντίληψης και της επιστημονικής της θεμελίωσης πραγματοποιήθηκε στη δεκαετία του 1920 μέσω της θεωρίας της Gestalt και της περιγραφής αυτού που ορίστηκε ως ενοποιημένο σύνολο. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή “το ενοποιημένο σύνολο είναι διαφορετικό από το άθροισμα των επιμέρους τμημάτων του” και ότι ο ανθρωπινός νους σχηματίζει ένα παγκόσμια σύνολο μέσα από πολλές αυτοπροσδιοριζόμενες τάσεις.





Ανατρέχοντας όμως στον κλασικό και ευρέως αποδεκτό ορισμό του σχεδιαστή οπτικής επικοινωνίας, το πιθανότερο είναι ότι θα καταλήξουμε στο ότι αυτός είναι ένας επαγγελματίας του κλάδου των γραφικών τεχνών που συνδυάζει εικόνες, τυπογραφία ή κινούμενα γραφικά για να δημιουργήσει κάποιο σχέδιο. Ένας γραφίστας δημιουργεί τα γραφικά για τα έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα και τη διαφήμιση. Είναι υπεύθυνος για τη στοιχειοθέτηση, την απεικόνιση, το σχεδιασμό ιστοσελίδων και της διεπαφής χρήστη. Η βασική ευθύνη της δουλειάς του γραφίστα, είναι η παρουσίαση όλων αυτών των πληροφοριών με τρόπο τόσο προσιτό όσο και αξιομνημόνευτο. Ακριβώς στο σημείο αυτό και πέρα από κάθε τεχνικής φύσεως λεπτομέρεια εντοπίζεται η ουσία της οπτικής επικοινωνίας. Το αν οι πληροφορίες είναι προσιτές και εύκολο να καταγραφούν στη μνήμη, έχει να κάνει με την αντίληψη και το πώς μπορεί ο σχεδιαστής να την προκαλέσει σε κάθε περίπτωση. Ο σχεδιασμός είναι πραγματικά περισσότερο μια μελέτη της ανθρώπινης αντίληψης και πώς μέσα από αυτή μπορεί να επηρεάσει τις αισθήσεις που νιώθουμε και τα συναισθήματα που αυτές μας δημιουργούν. Ένας σχεδιαστής μπορεί, έως ένα βαθμό, να μορφοποιήσει και να διαμορφώσει τις οπτικές εμπειρίες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αλλά δεν μπορεί πάντα να προβλέψει και το αποτέλεσμα.

Σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν από τον Aldous Huxley, ο επίσης Άγγλος ποιητής, ζωγράφος αλλά και τυπογράφος, William Blake, μέσα από τη συλλογή κειμένων του, υπό το γενικό τίτλο “The Marriage of Heaven and Hell”, που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τον Huxley, έγραφε, με ποιητική διάθεση σχετικά με την αντίληψη ότι “Αν οι πόρτες της αντίληψης καθαριστούν όλα θα φαίνονται στον άνθρωπο όπως ακριβώς είναι, άπειρα”. Μέσα από αυτό το οξύμωρο σχήμα, ο Blake θέλησε να εκφράσει τον προβληματισμό του σχετικά με την ανθρώπινη αντίληψη και την αδυναμία μας να την κατανοήσουμε, προσδιορίζοντας τη στο σύνολό της. Όπως ακριβώς τα όρια του απείρου, έτσι και τα μυστικά της ανθρώπινης αντίληψης δεν είναι διακριτά αλλά ούτε μπορούν να προσδιοριστούν με έναν τρόπο καθολικό. Ο σύγχρονος του Huxley, επίσης Άγγλος ακαδημαϊκός μελετητής, C.S. Lewis, θέλοντας να εκφράσει την υποκειμενικότητα της αντίληψης, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι “Αυτό που βλέπετε και αυτό που ακούτε εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πού στέκεστε. Εξαρτάται επίσης από το είδος του ατόμου που είστε”, αμφισβητώντας κατά βάση αυτό που χαρακτηρίζουμε ως κοινή αντίληψη.

Σήμερα όμως η οπτική επικοινωνία έχει γίνει το πιο ισχυρό μέσο με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να μορφοποιήσει το περιβάλλον του και, κατ 'επέκταση, την κοινωνία και τον εαυτό του και να προκαλέσει πραγματική αλλαγή. Το επάγγελμα του γραφίστα απαιτεί δημιουργικότητα και φαντασία, και αυτές έχουν ως αφετηρία τους την αντίληψη. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε είναι κάτι περισσότερο από αυτό που τα μάτια ή τα αυτιά μας φέρνουν στον εγκέφαλό μας, είναι ένα προϊόν του ίδιου του εγκεφάλου μας. Η αντίληψη είναι ένας συνδυασμός του τι βλέπουμε, της προηγούμενης εμπειρίας μας αλλά και της ιδιαίτερης άποψης μας για μια κατάσταση. Η αντίληψη δεν είναι έννοια στατική, αλλά μεταβάλλεται και διαμορφώνεται, επηρεαζόμενη από πλήθος παραγόντων. Οι σχεδιαστές οπτικής επικοινωνίας διαθέτουν όχι μόνο τα κατάλληλα εργαλεία και τη γνώση, αλλά και την ευθύνη να αμφισβητήσουν, να επηρεάσουν και να αλλάξουν την κοινή αντίληψη.

Graphic Designer | aggeliki.mk@gmail.com 
"Πολίτης της Κυριακής" | "Παράθυρο" 22.07.18
 #Γραφιστορίες #132

16.7.18

Οι τέχνες και ο σκοπός της εκπαίδευσης

Εν μέσω θέρους και καλοκαιρινής ραστώνης, για τους περισσότερους συμπολίτες μας που πιο πολύ τους απασχολεί η αναζήτηση του προορισμού των καλοκαιρινών τους διακοπών, καθώς και η τακτοποίηση των λεπτομερειών της τελευταίας στιγμής, ο τομέας της δημόσιας εκπαίδευσης στο νησί μας βρίσκεται για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια σε αναβρασμό. Όλη αυτή η αναστάτωση έφερε στη μνήμη μου μια συνέντευξη του σπουδαίου σύγχρονου φιλόσοφου και πολιτικού ακτιβιστή, Noam Chomsky, που είχα παρακολουθήσει πριν από κάποια χρόνια, σχετικά με τον σκοπό της εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τον διακεκριμένο καθηγητή του M.I.T. ο πολιτισμός και οι επιστήμες δε θα μπορούσαν να προχωρήσουν και να εξελιχθούν αν δεν βασίζονταν στην τάση για αντιλογία, στην αμφισβήτηση του δόγματος και της αυθεντίας, στην αναζήτηση εναλλακτικών, στη χρήση της φαντασίας, στην παρορμητική ελεύθερη ενασχόληση, στη συνεργασία. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό είναι το εκπαιδευτικό σύστημα που θα ήθελε να εφαρμόζεται από το νηπιαγωγείο.




Αυτά ακριβώς είναι και τα οφέλη που προσφέρει η ενασχόληση των παιδιών με τις τέχνες, αλλά και η διδασκαλία τους σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης. Το ζητούμενο δεν είναι το να παράγει το εκπαιδευτικό μας σύστημα μελλοντικούς επαγγελματίες. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κάθε νέος βγαίνοντας στην αγορά εργασίας θα ακολουθήσει κάποιο επάγγελμα. Το ζητούμενο από το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να είναι η δημιουργία νέων σκεπτόμενων ανθρώπων, πολιτών, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ικανών να διαχειριστούν το μέλλον τους όχι μόνο ως προς το προσωπικό τους όφελος αλλά και σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο.

Για το σκοπό αυτό θα πρέπει κάθε νέος να μπορεί να αποκτήσει τις απαραίτητες δεξιότητες, που αν μη τι άλλο, καλλιεργούνται μέσω των τεχνών. Στην κορυφή ίσως της λίστας αυτής των δεξιοτήτων είναι η δημιουργικότητα. Οι τέχνες επιτρέπουν στα παιδιά να εκφράζονται καλύτερα από ότι τα μαθηματικά ή η πληροφορική, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες και με τη χρήση ποικίλων εκφραστικών μέσων, μαθαίνοντας να σκέφτονται δημιουργικά. Αυτό είναι κάτι που θα τους βοηθήσει και στη μελλοντική σταδιοδρομία τους. Οι τέχνες όμως, δεν αναπτύσσουν απλώς τη δημιουργικότητα ενός παιδιού, καθώς έχει παρατηρηθεί από εμπεριστατωμένες μελέτες ότι βοηθούν και στη βελτίωση της ακαδημαϊκής απόδοση όσων παιδιών ασχολούνται συστηματικά με αυτές. Το γεγονός αυτό ενισχύει την αυτοπεποίθηση και βοηθά στο να χτίσει ο μαθητής μια θετική αυτοεικόνα.

Η ζωγραφική, η εικονογράφηση και η γλυπτική βοηθούν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων που σχετίζονται με την οπτική μάθηση και την αντίληψη του τρισδιάστατου χώρου. Η τέχνη εκπαιδεύει τους μαθητές στο να ερμηνεύουν, να κρίνουν και να χρησιμοποιούν τις οπτικές πληροφορίες καθώς και πώς να κάνουν επιλογές βάσει αυτών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της ικανότητας επίλυσης προβλημάτων και την καλλιέργεια κριτικής σκέψης. Η ικανότητα λήψης αποφάσεων που τελικά αποκτά ο μαθητής είναι μια πολύτιμη δεξιότητα για την μετέπειτα ζωή του ως ενήλικας.

Οι τέχνες μαθαίνουν τα παιδιά να έχουν επιμονή σε ότι κάνουν, καθώς η ενασχόληση με αυτές απαιτεί πολλές φορές σκληρή εξάσκηση. Σχεδόν πάντα όμως το τελικό αποτέλεσμα ανταμείβει την όλη προσπάθεια, είτε πρόκειται για ένα πίνακα ζωγραφικής, είτε για ένα μουσικό όργανο που κάποιος μπορεί να μάθει. Παράλληλα ένας μαθητής μαθαίνει να εστιάζει περισσότερο την προσοχή του σε αυτό που κάνει, κάτι που είναι βασικής σημασίας για τη μελέτη και τη μάθηση στο σχολικό περιβάλλον.


Μέσα από τις τέχνες τα παιδιά μαθαίνουν τη συνεργασία. Η συμμετοχή σε μια χορωδία, στο θέατρο ή σε μια ομαδική εργασία για τη διακόσμηση των χώρων του σχολείου, απαιτεί από τα παιδιά να δουλεύουν μαζί. Μαθαίνουν να μοιράζονται τις ευθύνες αλλά ακόμα και να συμβιβάζονται για να επιτύχουν τον κοινό τους στόχο. Τα παιδιά μαθαίνουν ότι η συνεισφορά τους στην ομάδα είναι απαραίτητη για την επιτυχία της, ακόμα κι αν δεν έχουν οι ίδιοι τον ηγετικό ρόλο. Τα παιδιά μέσα από τις τέχνες μάθουν ότι είναι υπεύθυνα για τη συμβολή τους στην ομάδα. Συνειδητοποιούν ότι είναι σημαντικό να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις πράξεις και τα λάθη τους και όχι μόνο να τα δέχονται, αλλά και να τα διορθώνουν και να προχωρούν πάντα μπροστά προς την επίτευξη των στόχων τους.

Τα παιδιά, μέσα από τις τέχνες μαθαίνουν να πειραματίζονται, να εξερευνούν αλλά και να αμφισβητούν τις τυπικές και καθιερωμένες νόρμες. Μαθαίνουν να επιλέγουν και να χαράσσουν τη δική τους πορεία ακόμα και αν χρειάζεται πολλές φορές να εγκαταλείψουν τη ζώνη άνεσής τους. Όπως πολύ σωστά διαπιστώνει και ο Noam Chomsky, η εκπαίδευση πρέπει να στοχεύει στο να βοηθήσει τον μαθητή να φτάσει στο σημείο όπου θα αρχίσει να μαθαίνει μόνος του, επειδή αυτό ακριβώς θα πρέπει να κάνει στη ζωή του. Δεν θα πρέπει άκριτα να αποδέχεται και να επαναλαμβάνει απλά αυτά που του μετέφεραν κάποιοι τρίτοι.



Graphic Designer | aggeliki.mk@gmail.com 
"Πολίτης της Κυριακής" | "Παράθυρο" 15.07.18
 #Γραφιστορίες #131


Bauhaus

“Δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις εφαρμοσμένες τέχνες, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, είναι όλα τμήματα του οικοδομείν”. Ήταν το 1919, όταν ο Γερμανός αρχιτέκτονας Walter Gropius εξέδωσε το περίφημο μανιφέστο της σχολής του Bauhaus και μέσα από τη λιτή αλλά περιεκτική περιγραφή των βασικών αρχών, στόχων και επιδιώξεων της σχολής που δημιούργησε, αρχικά στη Βαϊμάρη της Γερμανίας του μεσοπολέμου, έμελλε όχι απλά να επηρεάσει αλλά να σμιλέψει σε βάθος την μετέπειτα εξέλιξη τόσο των καλών, όσο και των εφαρμοσμένων τεχνών του εικοστού αιώνα. Για την φιλοσοφία του Gropius εξάλλου, η λεπτή αυτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις λεγόμενες καλές τέχνες και τις εφαρμοσμένες δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Ο απώτερος σκοπός της σχολής του Bauhaus, το όνομά της οποίας προήλθε από αντιστροφή της γερμανικής λέξης Hausbau που σημαίνει “οικοδόμηση”, ήταν να αποτελέσει μια ενιαία σχολή, τόσο στην αρχιτεκτονική και στις καλές τέχνες, όσο και στις εφαρμοσμένες. Βασική αρχή της σχολής σε σχέση με την τέχνη ήταν η διατήρηση του ανοιχτού πνεύματος μπροστά στις νέες προκλήσεις της εποχής που προέκυψαν με τη βιομηχανική επανάσταση, αλλά και ειδικότερα, η πρακτική προσέγγισή τους, με έμφαση στην επίλυση των συγκεκριμένων προβλημάτων και προκλήσεων, περισσότερο, παρά η θεωρητική τους αντιμετώπιση. Σύμφωνα με το μανιφέστο της σχολής, οι τέχνες δεν διδάσκονται, αλλά εμπεδώνονται μέσα από τη συνεχή εξάσκηση και δουλεία στο εργαστήριο.



“Form follows function” ή αλλιώς η μορφή πρέπει να ακολουθεί τη λειτουργία. Η ολιστική αυτή αντιμετώπιση καθόρισε τα βασικά χαρακτηριστικά του Bauhaus που ήταν η απλότητα, η λειτουργικότητα και η έμφαση στη χρηστικότητα των αντικειμένων, επικεντρώνοντας τον σχεδιασμό στις απλές αλλά και πολλές φορές ασύμμετρες γεωμετρικές φόρμες και στο χρώμα, απορρίπτοντας τα περιττά διακοσμητικά στοιχεία. Για το Bauhaus κάθε πρωτεύον υλικό όπως το γυαλί, το ξύλο, το μέταλλο ή το σκυρόδεμα περιείχε από μόνο του μια εγγενή, φυσική διακοσμητική ικανότητα. Το κίνημα του Bauhaus προσπάθησε να ενοποιήσει την έννοια της τέχνης με τη διαδικασία της βιομηχανικής παραγωγής ευρείας κλίμακας, επιστρατεύοντας, ταυτόχρονα, τα τεχνικά μηχανικά μέσα για τις ανάγκες της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Η αξιοποίηση της εκάστοτε τεχνολογίας αποσκοπούσε στην αναβάθμιση των προϊόντων μαζικής παραγωγής και καθημερινής χρήσης, αποφεύγοντας όμως την τάση της πλήρους εμπορευματοποίησης ή ομοιομορφίας της μαζικής παραγωγής. Κάθε έργο ή προϊόν θα έπρεπε να αποτελεί ταυτόχρονα έκφραση της δημιουργικότητας και της τέχνης του σχεδιαστή του.

Η σχολή του Bauhaus επηρέασε σημαντικά και τις γραφικές τέχνες και ιδιαιτέρα την τυπογραφία, η οποία έγινε μέρος του βασικού προγράμματος σπουδών για όλους τους φοιτητές. Ο Herbert Bayer, δημιουργός της οικογένειας γραμματοσειρών Universal και καθηγητή της σχολής δήλωνε ότι όπως και οι υπόλοιπες τέχνες, έτσι και η τυπογραφία θα πρέπει να χαρακτηρίζει και να αποτελεί έκφραση της σύγχρονης εποχής. Η γραμματοσειρές που δημιούργησε χαρακτηρίζονται από μια κομψή απλότητα των γεωμετρικών μορφών και την έλλειψη περιττών διακοσμητικών στοιχείων. Στην πραγματικότητα, η σχολή βοήθησε στην ανάπτυξη ενός μεγάλου αριθμού γραμματοσειρών sans serif. Ο László Moholy-Nagy, που διορίστηκε καθηγητής στη σχολή το 1923, εισήγαγε νέες ιδέες για τη χρήση της τυπογραφίας στο κίνημα του Bauhaus. Ο Nagy θεωρούσε την τυπογραφία ως ένα μέσο επικοινωνίας και ασχολήθηκε με τη σαφήνεια του μηνύματος στην πιο εμφατική του μορφή, μέσω της χρήσης των τυπογραφικών στοιχείων. Ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία αυτού που σήμερα ονομάζουμε ως Typefoto, ένα συνδυασμό δηλαδή κειμένου και φωτογραφίας που δημιουργεί αλληλένδετες συνθέσεις επικοινωνίας και βρίσκεται μέχρι και σήμερα στη βάση σχεδόν κάθε έντυπης διαφημιστικής καταχώρησης.



Graphic Designer | aggeliki.mk@gmail.com 
"Πολίτης της Κυριακής" | "Παράθυρο" 08.07.18
 #Γραφιστορίες #130